Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2008

Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΣΤΟΝ ΜΑΝΩΛΗ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟ.

ΤΟ ΑΚΟΛΟΥΘΟ ΤΟ ΕΓΡΑΨΑ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕ Ο ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ.



Χλωρό δεντρί , ξεριζωμένο απ’το χώμα σου.
Παιδί μικρό , αποχωρισμένο σκληρά από φίλους και παιγνίδια , έφυγες από την αγκαλιά της Πατρίδας σου της χαροκαμένης , και κυνηγημένο από τους άπιστους σκύλους ήρθες και πάτησες ανάλαφρα , μα σταθερά , αντρίκια και με εμπιστοσύνη , με το μικρό σου πόδι τη γη μου.
Και φυτεύτηκες μέσα μου.
Οι κομμένες ρίζες σου , οι τρυφερές ακόμη , μα τόσο κακοπαθημένες , ένοιωσαν , ότι τούτο το άγνωστό σου μέχρι τότε χώμα δεν ήταν ξένο. Μόνο καινούργιο. Κι αμέσως , άπληστα κι αχόρταγα , ρούφηξαν τους πλούσιους , παληούς χυμούς του και ρίζωσαν. Χώθηκαν βαθειά στα σπλάχνα , έφθασαν μέχρι την καρδιά μου και είπαν: ‘Εδώ θα μείνουμε , γιατί τούτο το χώμα μας περίμενε. Τούτο το χώμα είναι και δικό μας!’
Κι έτσι , απλά μα τελεσίδικα , σε δέχτηκα και σ’έκανα ένα από τα παιδιά μου. Κι έγινες το αγαπημένο μου.
Κι έτσι , φυσικά και αναντίρρητα , με δέχτηκες και μ’έκανες Μάνα σου. Κι έγινα η δεύτερη κι αγαπημένη σου.
Μα ήσουνα παιδί σκληρό κι ανήσυχο , Ανδρόνικε.
Δεν με άφησες σε ησυχία , ούτε τους πεθαμένους μου άφησες να αναπαυθούν. Έφερες τα πάνω , κάτω. Μου ανασκάλεψες τα σπλάχνα. Μέχρι την καρδιά μου έφτασες.
Ήξερα , όμως , πως για κάτι το μεγάλο , για κάτι το ωραίο έψαχνες και σ’άφηνα. Σου επέτρεπα να κοιτάζεις μέσα μου και σου έδειχνα εμπιστοσύνη και τα πιο βαθειά θαμμένα μυστικά μου. Την ύπαρξή μου ολάκερη σου χάρισα.
Γιατί σε γνώριζα από τριών χρονών παιδάκι , Ανδρόνικε , και καταλάβαινα την αγάπη , την αγωνία σου και τον πόνο σου και τον φόβο σου για μένα. Από τότε , απ’τα μικράτα σου , γιε μου πολυαγαπημένε , φοβόσουνα μήπως με χάσεις. Φοβόσουνα , μήπως και μένα , τη Μεγάλη σου Μάνα , τη δεύτερη και πιο αληθινή σου , ανόσια χέρια ληστών μ’αρπάξουν και με στερηθής , όπως έγινε και με την πρώτη σου πικρομάνα , τη Μικρασία. Έτρεμες , πικρέ μου Έλληνα , μήπως δολοφόνοι με μάσκες κι εγκληματικά πλάσματα της νύχτας με σχέδια καταχθόνια μπορέσουν και μας χωρίσουν. Κι ήθελες να βρής τις πιο βαθειές μου ρίζες και να τις ποτίσεις , να τις φροντίσεις και να τις δυναμώσεις. Να τις κάνεις παντοδύναμες και ακλόνητες. Να τις δέσεις στέρεα και βαθειά στη γη την Ελληνική με το Γόρδιο Δεσμό του άλλου μου του γιου του λατρεμένου , του Μεγαλέξαντρου.
Γι’αυτό κι εγώ σε άφησα. Σ’άφησα να ψάξεις βαθειά και να βρεις.
Και βρήκες , Ανδρόνικε , στα μυριόχρονα βάθη μου , ρίζες και χώμα. Κόκκαλα και στάχτες. Χρυσάφι , σίδερο και πέτρα. Αστέρια και φοίνικες. Βρήκες σπαθιά και γραφίδες.
Και βρήκες Ύλη και Πνεύμα.
Κι όλα είχαν το πανάρχαιο το Ελληνικό το χρώμα , το ανεξίτηλο στους αιώνες: To γαλάζιο.
Κι η ύλη και το πνεύμα , που χιλιάδες χρόνια φύλαγα ζηλότυπα στα σπλάχνα μου , είχαν το μοναδικό το χρώμα , που μόνο ο ουρανός κι η θάλασσα σ’αυτή την ευλογημένη γωνιά της γης έχουν. Γιατί , από πάντα μου , Ελληνίδα κόρη ήμουν , κι όσοι κι αν με πάτησαν , κανένας δεν μίανε την ψυχή μου και το είναι μου. Το χώμα μου κι ο ουρανός κι ο αέρας μου , Ανδρόνικε , το ξέρεις τόσο καλά εσύ , ήταν , είναι και θα είναι στους αιώνες Ελληνικά κι αμόλυντα.
Αλλά τώρα έφυγες , πικρογιέ μου. Με άφησες σε χρόνους πικρούς και δύσκολους και φοβάμαι. Γιατί είναι καταχθόνιοι και δυνατοί αυτοί που με θέλουν και τα σχέδια τους παγκόσμια. Και τα αδέρφια σου είναι μόνα στον κόσμο , χωρίς φίλους από πάντα. Αλλά είναι και δυνατά , Ανδρόνικε , τόσο δυνατά μερικές φορές ,σαν το θελήσουν , και αυτό μου δίνει θάρρος κι ελπίδα. Όμως , παιδί μου αξέχαστο , φώτιζέ τα να πιστέψουν , πως τώρα , αυτή τη στιγμή , αν γίνει κάτι , θα είναι για πάντα πια. Και θα είναι η αρχή του τέλους και για αυτά και για εμένα , τη Μακεδονία σου , και για όλη την Ελλάδα μας. Φώτιζέ τα , γιε μου , να θελήσουν να πιστέψουν , πως έφτασε η στιγμή να πουν : Κάτω τα χέρια απ’τη Μακεδονία !!! Κάτω τα χέρια από την Κύπρο !!! Κάτω τα χέρια από Βόρειο Ήπειρο , Κωνσταντινούπολη και Ιωνία !!! Κάτω τα χέρια απ’τα αλύτρωτα αδέρφια μας !!! Κάτω τα χέρια απ’την ΕΛΛΑΔΑ μας !!! Εμείς τα παιδιά της , οι Έλληνες , σαν ένας άνθρωπος , το βροντοφωνάζουμε. Ή ΟΛΟΙ θα ζήσουμε σε μια ΕΛΛΑΔΑ ελεύθερη κι ακέρια ή ΟΛΟΙ θα πεθάνουμε !!! Αλλά μια σπιθαμή γης , μια χούφτα χώμα ή θάλασσα , μια γωνιά ουρανού δεν θα μας πάρετε!!!
Το χώμα μου , παιδί μου , που θα σε σκεπάσει θα είναι ελαφρύ , γιατί εσύ ο ίδιος το αναζωογόνησες.
Σ’αγκαλιάζω τώρα , γιε μου , και σκέφτομαι , ότι ήταν του θεού θέλημα και με τη ζωή και με τον θάνατο σου το χώμα και τις ρίζες μου να δυναμώνεις.
Και τώρα σπλάχνο μου , γίνε γοργόφτερο πουλί κι :
Άντε και πες στον Φίλιππο
και στον Αλέξαντρό μου
να σύρουν σάρισες , σπαθιά ,
να τρέξουν στο πλευρό μου.....
ΚΑΙ ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΣΤΑΜΑΤΩ ΕΔΩ ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΛΙΓΕΣ ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΣΤΡΟΦΕΣ ΔΕΝ ΧΩΡΟΥΝ.ΕΛΠΙΖΩ ΝΑ ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΚΑΙ ΣΑΣ ΤΟ ΑΦΙΕΡΩΝΩ.ΝΑ ΤΟ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΚΑΙ ΝΑ ΕΜΨΥΧΩΝΕΣΤΕ!!

Δεν υπάρχουν σχόλια: