Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2009
Tο ταξίδι των Ελληνικών λέξεων-Άννα Tζιροπούλου - Eυσταθίου
Άννα Tζιροπούλου - Eυσταθίου
Όλοι γνωρίζουμε ότι η Ελληνική γλώσσα είναι η παλαιότερη από όλες τις σημερινές ευρωπαϊκές γλώσσες. Παρ' όλα αυτά δεν είναι δυνατόν να καθορίσουμε την ακριβή της ηλικία, είναι πάντως πολύ αρχαιότερη απ' ότι μας δίδαξαν στο σχολείο. Αυτό μπορεί να επιβεβαιωθεί από τους πίνακες που για χιλιάδες χρόνια ήταν θαμμένοι στην Ελληνική γη και αποκαλύφθηκαν κατά τη διάρκεια του περασμένου αιώνα (ο τελευταίος πίνακας βρέθηκε στο Δισπηλιό της Καστοριάς και χρονολογήθηκε τουλάχιστον στο 5000 π.Χ.). Αυτό το στοιχείο μάς έκανε να συνειδητοποιήσουμε ότι στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουμε και πολλά πράγματα για την απαρχή της Ελληνικής γλώσσας. Όπως έλεγαν και οι αρχαίοι Έλληνες «άγει εις φως την αλήθεια ο χρόνος», είναι βέβαιον ότι οι πολλές και διάφορες παραποιήσεις ή λανθασμένες θεωρίες συντελούν στην αλλοίωση της Ελληνικής γλώσσας και ήδη αυτό έχει αρχίσει να επαληθεύεται.
Δεν είναι μόνο γνωστό αλλά και προφανές ότι όλες οι τέχνες και οι επιστήμες γεννήθηκαν, αναπτύχθηκαν και ακόμα διευθύνονται απ' το αγνό Ελληνικό λεξιλόγιο. Η Ελληνική γλώσσα τροφοδοτεί όλες εκείνες τις υψηλής πνευματικότητας λέξεις που μπορούν να εκφράσουν όλες τις αφηρημένες έννοιες. Χωρίς καμία εξαίρεση σε όλες τις ευρωπαϊκές (και όχι μόνο) γλώσσες η συντριπτική πλειοψηφία της καθημερινής ομιλίας εμπεριέχει Ελληνικής προελεύσεως λέξεις. Αναφέρομαι σε χιλιάδες λέξεων που στο πρώτο άκουσμα δεν μπορούν να αναγνωριστούν ως Ελληνικές λόγω της αλλοίωσης που έχουν υποστεί στο χρόνο ή λόγω του ότι προέρχονται από αρχαιοελληνικές λέξεις ή ονόματα που οι σύγχρονοι Έλληνες αδυνατούν να αναγνωρίσουν.
Η "λεξιλογική ανάλυση", που είναι η ετυμολογική και ιστορική ανάλυση μιας λέξεως, φανερώνει τον αρχαίο αλλά οικείο Ελληνικό λόγο. Πολλές φορές, αυτές οι Ελληνικές "Πρωτολέξεις", αυθεντικές δηλαδή λέξεις, επιστρέφουν στην ομιλούμενη Ελληνική γλώσσα ως ξένες. Είναι τα λεγόμενα αναδάνεια. Υπάρχει μία μεγάλη κατηγορία λέξεων, που δια της δικής τους ιστορίας, αποκάλυψαν την άγνωστη προϊστορία. Αυτή είναι η ιστορία που δεν έχει επίσημα καταγραφεί ως τώρα και που συνήθως είναι συγκεχυμένη με την μυθολογία. Η τελευταία δεν είναι τίποτα άλλο παρά η συμβολική και συνεπώς η πιο αγνή ιστορική αλήθεια. Μπορούμε να συμπεράνουμε ότι όχι μόνο οι Ελληνικές λέξεις αλλά και η Ελληνική μυθολογία - ιστορία έχουν εμπλουτίσει τις δυτικές γλώσσες με όρους και νοήματα, των οποίων, τις περισσότερες φορές αγνοούμε την Ελληνική τους προέλευση.
Ονόματα όπως Ιβηρία, Ιταλία, Αίγυπτος, Αιθιοπία, Ισπανία, Κέλτες, Λισσαβόνα, Ρώμη, Ιρλανδία έχουν Ελληνική προέλευση. Λέξεις όπως "zante-ζάντες" που προέρχεται από την λέξη "άντυγες", τις ρόδες των αρχαιοελληνικών αρμάτων. Από το ρήμα "κορέω = καθαρίζω" προέρχονται οι λέξεις "cure", "sheriff", ο αρχαίος "τόρνος = κύκλος, περιφέρεια" έδωσε το όνομά του στον "τουρισμό", "tournament", "tourney".
Σε λέξεις όπως "palace", "gondola", "dollar" η διήθηση των μελωδικών Ελληνικών ήχων προκαλεί κατάπληξη και συνάρπαση. Πως η Ελληνική λέξη "ναύκληρος", που στα Λατινικά προφερόταν "nauclerus" κατέληξε "nocher" στα Γαλλικά; Πως ο χαρακτηρισμός "βάρβαρος" κατέληξε "brave" στα αγγλικά και "bravo" στα Ιταλικά; Πως η λέξη "ελεημοσύνη", κατέληξε "alms" στα αγγλικά; Πως η λέξη "βαλάνειον", κατέληξε στα Γερμανικά "bad" και ονόμασε την, διάσημη για τα ιαματικά της λουτρά, πόλη baden baden;
Η ανθρωπογεωγραφία μας βοηθά να εξηγούμε πώς οι διαφορετικές εκφράσεις ήχων εξαρτώνται από την στοματική κοιλότητα, τις φωνητικές δομές και την αναπνοή, που είναι εξαρτημένες απ' το κλίμα. Ψάχνοντας βαθύτερα, θα βρούμε ότι οι πρόγονοί μας, από πολύ παλαιά έδιναν πλήρεις εξηγήσεις για το φαινόμενο αυτό. Ο Πλούταρχος, ο Διογένης, ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, ο Πλάτωνας είχαν όλοι τους γράψει περί αυτού. Εδώ, θα αναφέρω μόνο μία ενδεικτική αξιοπρόσεκτη αναφορά από τον "Κρατύλο". Σωκράτης: «Τα μικρά ονόματα έχουν μεταβληθεί. Χάριν ευφωνίας προστίθενται ή αφαιρούνται μερικά γράμματα ... αξιώνουν τη μετατροπή για να τα κάνουν ομορφότερα ... αλλάζουν στον χρόνο ...».
Δεν πρέπει να αγνοούμε το γεγονός ότι παλαιότερα, η Ελληνική γλώσσα εκφράζονταν προφορικά. Οι Έλληνες, ως ναυτικός λαός «πολλαχή κατά θάλλατταν πλανώμενοι, γλώτταν την ελληνικήν επέβαλον». Είναι γνωστό ότι, με τον καιρό, οι ακουστικοί ήχοι έτειναν να γίνουν σύντομοι και οξείς. Η ίδια μετατροπή έλαβε χώρα και στα Ελληνικά τοπωνύμια: Taormina αντί Ταυρομένιον, Yalta αντί Αιγιαλός, Agd αντί Αγάθη, Durazzo αντί του Δυρράχιον, Ambourias αντί Εμπόρειον. H Νεάπολη έγινε Napoli στην Ιταλία, Napoul στην Γαλλία και Nabel στην Τυνησία. Γι' αυτό οι ιστορικοί, πολύ συχνά, αναγνωρίζουν τους ανθρώπους που ζούσαν σ' ένα μέρος μελετώντας γλωσσολογικά τα ονόματα των περιοχών.
Το ταξίδι στις Ελληνικές λέξεις έγινε συναρπαστικό όπως η γλώσσα περνά από τη μία χώρα στην άλλη, από τη μία γενιά στην άλλη, η προφορά αλλάζει και μερικές φορές το ίδιο κάνει και το νόημα των λέξεων. Για παράδειγμα "πυρρός μανδύας" έγινε στα Λατινικά "birrum mantellum" και στα Ιταλικά κατέληξε να εκφράζει τον αστυνομικό, "sbirro", λόγω της κόκκινης στολής. Όταν το καπέλο προσαρτήθηκε στον "μανδύα", στα Γαλλικά έγινε "beret". Η αναπαραγωγή των ισχυρών Ελληνικών "πρωτολέξεων" απ' τον Ευρωπαϊκό λόγο, έλαβε χώρα σταδιακά δια μέσου ποικίλων φάσεων και σταθμών στην Λατινική γλώσσα και σε άλλες γλώσσες εξίσου.
Η κορύφωση όλων των εποχών ήταν η εποχή του Αυγούστου όταν χιλιάδες Ελληνικών λέξεων διείσδυσαν στο Λατινικό λεξιλόγιο. Πολύ υλικό απ' το Ελληνικό λεξιλόγιο εξόρμησε για μια ακόμα φορά στην δύση όταν το Ευαγγέλιο και άλλα θρησκευτικά κείμενα μεταφράστηκαν στα Λατινικά, Γερμανικά, Αγγλικά, κατ' ευθείαν από το ελληνικό πρωτότυπο. Είναι αυτό που αποκαλείται εκκλησιαστικό λεξιλόγιο απ' το οποίο πολύς, απ' τον επίσημο και καθημερινό, λόγο διείσδυσε στις δυτικές γλώσσες.
Η απαρχή όλων αυτών των εισροών χάνεται στα βάθη της ιστορίας, όταν οι Έλληνες, σαν εφευρέτες και πρωτοπόροι, πλημμύρησαν με την διαλεκτική τους ποικιλία, τις πτωχές γειτονικές γλώσσες της εσπερίας, του υπερβορά, της ανατολής και του νότου. Αυτό το συμπέρασμα, πηγάζει από τα τελευταία αποδεικτικά στοιχεία που πολλαπλασιάζονται χρόνο με το χρόνο. Με την χρήση υπολογιστών, οι τελευταίες ανακαλύψεις της αρχαιολογίας, γλωσσολογίας και της χειρογραφολογίας, πείθει την σύγχρονη επιστήμη για το τι ήταν γνωστό, όχι μόνο στους Έλληνες συγγραφείς αλλά και στους Λατίνους. Συγγραφείς σαν τον Κικέρωνα, τον Τάκιτο, τον Κοϊντιλιανό και τον Τυραννίωνα, στα έγγραφά τους αναφέρουν σαφώς περί της Ρωμαϊκής Διαλέκτου «ότι εστίν εκ της Ελληνικής» ή «Aeolica ratione est sermo noster simillibus» (η γλώσσα μας είναι πολύ κοντινή με την Αιολική διάλεκτο). Παλαιότεροι και σύγχρονοι επιστήμονες, συγγραφείς και ερευνητές γνωρίζουν ότι η μητέρα γλώσσα όλων των δυτικών γλωσσών (και όχι μόνο) είναι η Ελληνική. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία ...!
Ο Ινδός καθηγητής γλωσσολογίας, πρόεδρος του "Ελληνικού Κύκλου" και διευθυντής του Ινδικού Υπουργείου Παιδείας κ. Sacramborty (ομιλεί 22 γλώσσες), ανακοίνωσε χωρίς επιφύλαξη ότι η Ελληνική γλώσσα δεν προέρχεται από τα Σανσκριτικά, αλλά το εντελώς αντίθετο. Το επίσημο περιοδικό του Ελληνοϊνδικού Ομίλου, ονομάζεται "Πελασγία" και η εφημερίδα τους "Samelan" που σημαίνει "Σελήνη" από τη "Σεμέλη", την μητέρα του Διονύσου. Ο Διόνυσος ήταν ο πρώτος που τα αρχαία χρόνια κατοίκησε την Ινδία. Από την "Ελληνική Ακαδημία της Βασκονίας", τα συμπεράσματα των επιστημονικών τους ερευνών, έρχονται το ένα μετά το άλλο. Πρόεδρος της επιστημονικής κοινότητας είναι ο Βάσκος Ελληνιστής και καθηγητής των ανατολικών γλωσσών, Frederico Sagredo (Βραβείο Ομήρου το 1989 από το ίδρυμα Ωνάση). Έχουν συμπεράνει ότι η καλούμενη Βασκική γλώσσα έχει Ελληνική προέλευση. Συμπεριλαμβάνει, όχι μόνο ρίζες, αλλά και ολόκληρες Πρωτοελληνικές, Πελασγικές λέξεις. Μετά από προσωπικές, επίμονες, εργαστηριακές και χρονοβόρες μελέτες στη σύγκριση των Ελληνικών με τις 5 μεγαλύτερες ευρωπαϊκές γλώσσες, μία Ελληνικά ομιλούσα Ευρώπη μου αποκαλύφθηκε, «Ελλάδος φθόγγον χέουσα», Αισχύλος.
Από τα απλά κύτταρα των Ελληνικών πρωτοτύπων μέχρι τους πολυκυτταρικούς οργανισμούς των συγχρόνων λεξιλογίων, σχεδόν όλοι οι σύνδεσμοι, οι προθέσεις και οι καταλήξεις είναι Ελληνικές. Οι σύνθετες και οι παράγωγες λέξεις είναι οι στρόφιγγες που πλημμυρίζουν τις δεξαμενές όλων των ευρωπαϊκών γλωσσών. Τελικά, έχουμε βγάλει το συμπέρασμα ότι πίσω από κάθε Ελληνική λέξη βρίσκεται μια άλλη παλαιότερη! Για τον επιστημονικό ερευνητή, η πίστη ότι η Ελληνική γλώσσα είναι πάντα παρούσα «ουκ ην καιρός ότε ουκ ήν», δυναμώνει μέρα με τη μέρα.
Ο δανεισμός απ' τον αστείρευτο θησαυρό της Ελληνικής γλώσσας δεν έχει ποτέ σταματήσει και ούτε πρόκειται διότι νέες ιδέες, νοήματα, αντικείμενα και καταστάσεις γεννιούνται συνεχώς. Παραθέτω σαν παράδειγμα δύο νέες λέξεις: Ευβίωση = Καλή ζωή, Τανατόνωση= ο ασθενής που για σύντομο χρονικό διάστημα πεθαίνει και επανέρχεται στην ζωή. Η Ελληνική γλώσσα, λόγω της ελαστικότητάς της και της μαθηματικής της φύσεως, έχει το μοναδικό χαρακτηριστικό γνώρισμα να περιγράφει αναλυτικά ή συνθετικά όλα τα επουσιώδη νοήματα, λεπτομέρειες και συμπλέγματα. Τα φρούτα της πλαστικότητας της Ελληνικής γλώσσας είναι το λεξιλόγιο και τα κύρια ονόματα. Από τα πιο γνωστά και σπουδαία ονόματα στα πιο διακεκριμένα και σπάνια, όπως αναφέρονται στα αρχαία κείμενα.
Για να πειστεί κάποιος μπορεί να ρίξει μια ματιά σε δύο valumes της "Ιστορικής Βιβλιοθήκης" του Απολλοδώρου, στην απόκρυφη Ελληνική Γενεαλογία. Δεν είμαι πρόθυμη να εκφράσω ευχολογίες αλλά είναι απολύτως αναγκαίο να απαριθμήσω, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, αυτόν τον άγνωστο και παραμελημένο θησαυρό της Ελληνικής Ονοματολογίας. Αυτό πρέπει να γίνει, όχι μόνο για να θαυμάσουμε τη μοναδική ποικιλία αλλά και τη σοφία των αρχαίων Ελληνικών ονομάτων. Παρατηρώντας την αναγνώριση ενός προσώπου με το όνομά του, την προβολή της προσωπικότητάς του εξ ονόματος, καταλαβαίνουμε τις σύγχρονες επιστημονικές θεωρίες που ισχυρίζονται ότι ο ήχος του ονόματος ενός ατόμου «το εφ' ώ τις καλείται», επηρεάζει την προσωπικότητα κάποιου, ανακινώντας κυτταρικές μνήμες.
Μια περίπτωση που αποδεικνύει την ιστορική αξία των Ελληνικών ονομάτων είναι η εξής: Είναι γνωστό ότι οι Kalash κάτοικοι του Αφγανιστάν ισχυρίζονται ότι κατάγονται από τους στρατιώτες του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Οι Ελληνικές τους ρίζες μπορούν να βρεθούν στο λεξιλόγιό τους, στα έπιπλά τους, στην ζωγραφική τους, στη μουσική τους ή και στο ρουχισμό τους. Παρ' όλα αυτά, έχουμε παραμελήσει το πιο σημαντικό αποδεικτικό στοιχείο, το όνομά τους (Κάλας) που ως τώρα θεωρούνταν Ινδικό. Αυτό συνέβη διότι δεν έχουμε διαιωνίσει ως τις μέρες μας το αρχαίο Μακεδονικό όνομα. Μπορεί να βρεθεί μόνο στο βιβλίο Ε/44,5/Πολυαίνου Στρατηγήματα: «... Όταν ο Μέμνων επετέθη στους Κυζικηνούς, φόραγε στο κεφάλι του την Μακεδονική περικεφαλαία. Βλέποντάς τον από τα τείχη της πόλεως, οι Κυζικηνοί τον πέρασαν για Κάλας, φίλο τους και σύμμαχο ...». Το Κάλας είναι Ελληνικό όνομα και όχι Ινδικό όπως νομίζαμε. Τα Ελληνικά ονόματα συνθέτουν την εικόνα, την ψυχή, την ταυτότητα και την ιστορία του έθνους μας.
Παρασκευή 10 Ιουλίου 2009
Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2009
ΔΙΟΝΥΣΙΑΚΑ ΚΑΙ ΟΡΦΙΚΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ
Το πρόβλημα που καλείται να λύσει ο μελετητής στην ανίχνευση των Διονυσιακών και Ορφικών μυστηρίων, εκτός των ελάχιστων και πολλές φορές αντιφατικών πληροφοριών, είναι αφενός ποια η σχέση του Ορφέα με τον Διόνυσο, και αφετέρου η ανακάλυψη του -ποιος προηγείται ποίου -.Ο Διόνυσος είναι ο «νεώτερος» θεός που εντάχθηκε στο αρχαιοελληνικό πάνθεον, ο οποίος όμως επέδρασε καταλυτικά μετά τον 6ο αιώνα, τόσο στην θρησκεία όσο και στην τέχνη, το θέατρο και την ποίηση. Σύμφωνα με την μυθολογία ο Διόνυσος ήταν υιός Θεού -του Δία- και μίας θνητής της Σεμέλης, την οποία γονιμοποίησε ο Δίας, με τη μορφή χρυσής βροχής.
Η Ήρα από ζήλια έπεισε την Σεμέλη όταν ήταν σε εν - Δια- φέρουσα, να ζητήσει από τον Δία να εμφανιστεί μπροστά της με την Θεϊκή μορφή του. Η Σεμέλη δεν άντεξε την θέα του Θεού και πέθανε. Ο Δίας για να σώσει το βρέφος Διόνυσο, τον μεγαλώνει στον μηρό του, από όπου βγήκε όταν ήρθε η μέρα να γεννηθεί. Έτσι ο Διόνυσος λέγεται ότι έχει διπλή γέννηση.
Στην Ορφική εκδοχή του μύθου ο Διόνυσος Ζαγρέας γιος του Δία και της Περσεφόνης, ως βρέφος κατασπαράσσεται από τους Τιτάνες μετά από προτροπή της Ήρας. Η Αθηνά σώνει την καρδία του Διόνυσου την οποία παρέδωσε στον Δία, ο οποίος στην συνέχεια γεννά επίσης για δεύτερη φορά τον Διόνυσο.
Ο Δίας όμως εξοργισμένος από την πράξη των Τιτάνων τους κατακεραύνωνει, και από τη στάχτη τους, προσθέτοντας λίγο νερό, έφτιαξε την ανθρώπινη φυλή.
Επειδή όμως οι Τιτάνες είχαν φάει τον Διόνυσο πέρασε μέσα τους το Θεϊκό στοιχείο, και από αυτούς σε εμάς. Έτσι είχαν πλέον μέσα τους Θεϊκή φύση αλλά και ένα βαρύ αμάρτημα.
Συνεπώς σε επίπεδο συμβολισμού, ο άνθρωπος οφείλει να νικήσει το «τιτανικό» στοιχείο, και να ενωθεί με το Θεό-Διόνυσο, ενισχύοντας το ενυπάρχον σε αυτόν Θεϊκό στοιχείο του Διόνυσου Ζαγρέα».
Και στις δύο εκδοχές του μύθου λοιπόν, έχουμε έναν Θεό που «πεθαίνει» και «αναγεννάτε». Συνεπώς έχουμε για πρώτη φορά στον Ελληνικό χώρο την εμφάνιση ενός Θεού που, υπόκειται σε φθορά, θάνατο και επαναγγένηση, κάτι που πριν θεωρούνταν αδιανόητο.
Ο «Θεϊκός θάνατος» και η «αναγέννηση», συμβολίζει τις περιοδικές λειτουργίες την Φύσης, τις καταστροφές τις εναλλαγές ζωής και θανάτου της. Συμβολισμοί που θα είναι εφεξής κοινό μοτίβο τόσο στα Μικρά, όσο και στα Μεγάλα Διονύσια και Ελευσίνια Μυστήρια, είτε με το μύθο του Διονύσου, είτε με εκείνο της Περσεφόνης και της αναζητούσας, ως Δηώ, Δήμητρας.
Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο οι Πελασγοί άκουσαν για τον Διόνυσο πολύ αργότερα από τα ονόματα των άλλων Θεών.
Ο Παυσανίας αναφέρει τον Πήγασο, ιερέα του Διόνυσου από την Βοιωτία, ο οποίος πήγε στην Αθήνα το άγαλμα του Θεού θέλοντας να εισαγάγει την λατρεία του. Οι Αθηναίοι όμως δεν τον δέχθηκαν μίας και ο Διόνυσος προσέβαλε τα αιδοία των Αθηναίων ανδρών με νόσο την οποία δεν μπορούσαν να θεραπεύσουν, εξαναγκάζοντάς τους να τον λατρεύσουν φτιάχνοντας φαλλούς προς την χάρη του.
Ο Ευριπίδης (Βάκχες,) παριστάνει τη διονυσιακή λατρεία σαν είδος «παγκόσμιας θρησκείας», η οποία προέρχονταν από τα βουνά της Λυδίας και της Φρυγίας, σύμφωνα όμως με τους περισσότερους σύγχρονους μελετητές ο Διόνυσος είναι θρακικής προέλευσης.
Σταδιακά ο Διόνυσος από Θεός του τρύγου και του οίνου, θα μεταβληθεί σε Θεό των γυναικών, η λατρεία των οποίων ήταν «οργιαστική».
Ταυτόχρονα από Θεός της ευθυμίας γίνεται ο «πάσχων Θεός» στον οποίο ήταν αφιερωμένοι οι 3 μήνες του χειμώνα, κατά τους οποίους κατέβαινε στον κάτω κόσμο. Στην συνέχεια έρχονταν ξανά στην ζωή την άνοιξη (όσον καιρό δηλαδή ο αδελφός του Απόλλωνας ο κύριος του δελφικού χώρου, έλειπε στους Υπερβόρειους). Τους μήνες αυτούς αντί για τον παιάνα του Απόλλωνα αντηχούσε στους Δελφούς ο διθύραμβος, το λατρευτικό τραγούδι του Διονύσου. Τότε και οι Βάκχες των Δελφών ανέβαιναν στον Παρνασσό για να χαιρετήσουν την «ανάσταση του».
Έτσι στην κλασσική εποχή ο Διόνυσος δεν είναι πια μόνον ο Θεός του κρασιού. Ο Πλούταρχος το επιβεβαιώνει με ένα χωρίο του Πινδάρου, όπου ο Διόνυσος αναφέρεται ως δενδρίτης ή εν - δενδρος, ως η δύναμη δηλ που ενυπάρχει στο δέντρο, ανθιος - ο φορέας της άνθησης, κάρπιος - ο φορέας των καρπών, φλεύς ή φλέως - η πλησμονή της ζωής.
Περιοχή του είναι, όπως λέει ο Πλούταρχος, ολόκληρη η υγρή φύση όχι μόνο η ρευστή φωτιά του σταφυλιού, αλλά και ο χυμός που ανεβαίνει στο νέο δέντρο, το αίμα που χτυπάει στις φλέβες του νεαρού ζώου, όλα τα μυστηριώδη και ανεξέλεγκτα ρεύματα, η πλημμυρίδα και η άμπωτη μέσα στη ζωή της φύσης.
Οι γιορτές του Διονύσου ήταν και η αρχή του θεάτρου, του σατυρικού δράματος, της κωμωδίας και της τραγωδίας. Οι ιερές τελετές του Διονύσου γιορτάζονται κάθε δυο χρόνια στις αρχές του Δεκέμβρη στον Παρνασσό, και σε αυτά έπαιρναν μέρος μόνο οι γυναίκες Μαινάδες ή Βάκχες, οργανωμένες σε θιάσους.
Οι Μαινάδες ή Θυϊάδες γνωστές και ως Βάκχες αποτελούσαν τις ιέρειες του Διονύσου, οι οποίες ήταν γυναίκες αφιερωμένες στο Θεό Διόνυσο, και αποτελούσαν το ιερατείο της διονυσιακής λατρείας. Ο Ορφέας αργότερα τις απέκλεισε από τα αναμορφωμένα μυστήρια του και αυτές εκδικούμενες, σύμφωνα με τον μύθο, τον φόνευσαν.
Οι Βάκχες πριν την τέλεση των διονυσιακών τελετουργιών υποβάλλονταν σε διάφορα τελετουργικά καθαρότητας, που περιελάμβαναν νηστεία, αλλά και σεξουαλική αποχή. Κατά την διάρκεια των τελετουργιών οι Βάκχες «βάκχευαν» έπεφταν δηλ σε «θρησκευτική μανία» δια μέσω των τελετουργικών χορών, τραγουδιών, και κραυγών υπό των ήχο κυμβάλων. Οι Βάκχες δρούσαν αλλόφρονες σε κατάσταση καταληψίας υπό την επήρεια του πνεύματος που τις είχε καταλάβει. Εδώ ανιχνεύεται και ο Διονυσιακός μυστικισμός, σύμφωνα με τον οποίο ο Διόνυσος ενωνόταν με τις ψυχές των μυημένων μέσω της τελετουργικής « έκστασης».
Οι Βάκχες κρατούσαν στο ένα χέρι αναμμένο πυρσό και στο άλλο την μακριά ράβδο τους, τον Θύρσο, στολισμένο στην κορυφή με κισσό, ενώ κάποιες κρατούσαν στα χέρια και φίδια, ίσως κατάλοιπο των Κρητικών μυστηρίων. Φορούσαν επίσης την «νεβρίδα»που ήταν το ζώο που καταβροχθίζονταν κατά την διάρκεια της Ωμοφαγίας (συνήθως ταύρου).
Ο Ευριπίδης χωρίζει σε δύο στάδια την Ωμοφαγία. Οι Μαινάδες πρώτα ξέσχιζαν το θύμα, ενώ ευρίσκετο ακόμη εν ζωή πολλές φορές, και κατόπιν έτρωγαν το κρέας του ωμό, όπως συνέβαινε και στον μύθο του Διονύσου-Ζαγρέα.
Ο Ευριπίδης αναφέρεται φανερά αμήχανος σε αυτήν την συνήθεια, δύο φορές (Βάκχες, Κρήτες,), μιας και την προσπερνάει γρήγορα και διακριτικά. Και ο Πλούταρχος περιγράφει και αυτός ως βάρβαρο έθιμο και αυτός τον διαμελισμό και την ωμοφαγία:
«Υπάρχουν ορισμένες τελετές και θυσιαστικές τελετουργίες καθώς και άτυχες και ζοφερές ημέρες, κατά τις οποίες λαμβάνουν χώρα ωμοφαγίες και διαμελισμοί και νηστείες και στηθοχτυπήματα και επίσης επαίσχυντοι λόγοι, αναφορικά με πράγματα ιερά και μανία και κραυγές που υψώνονται με ένα δυνατό ήχο και το λαιμό να κινείται πέρα-δώθε».
Ίσως γι’ αυτό οι μέρες που ορίζονταν για την ωμοφαγία ήταν «αποφράδες» και σκυθρωπαί». Είναι πολύ πιθανό η ωμοφαγία να γινόταν σε «αναπαράσταση» της ημέρας όπου το νήπιο Διόνυσος κατασπαράχτηκε και καταβροχθίστηκε από τους Τιτάνες. Από την άλλη, πιθανότατα θεωρούσαν ότι το θύμα ενσάρκωνε τις ζωτικές δυνάμεις του ίδιου του Θεού, που με την πράξη της ωμοφαγίας μεταβιβάζονταν στους λάτρεις του. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς κατακρίνοντας τις τελετές αυτές αναφέρει:
«Οι βάκχοι τελούν όργια προς τιμήν του μαινόμενου Διόνυσου, με ωμοφαγία τηρούν την ιερή μανία και η τελετουργία τους ολοκληρώνεται με το μοίρασμα της σάρκας των σφαγιασθέντων θυμάτων, καθώς είναι στεφανωμένοι με φίδια ».
Ο Διόνυσος θα παίξει με την πάροδο του χρόνου κεντρικό ρόλο και στα Ελευσίνια μυστήρια ως «υιός Ίακχος» , γίνεται το κύριο αντικείμενο της μυστικής λατρείας των Ορφικών, και σταδιακά αναπτύσσει σχέσεις με τις Θεές της γης, και Θεές της γονιμότητας (Ρέα, Ήρα, Δήμητρα, Αριάδνη, Περσεφόνη). Ποίος ο λόγος όμως της αναδιαμόρφωσης τόσο του Διονύσου όσο και των τελετών του;
Η απάντηση είναι ο Ορφισμός και ο δάσκαλος Ορφέας. Ο Ορφισμός κατέχει ξεχωριστή θέση στην πορεία της αρχαίας Ελληνικής θρησκείας και φιλοσοφίας, καθώς εισάγει νέα μυστικιστικά στοιχεία στην θρησκεία, αλλά και την έννοια του Θεού δημιουργού. Ο Πρόκλος μας αποκαλύπτει στα σχόλια εις τον Πλατωνικό Τίμαιο:
«Πράγματι όλη η Ελληνική θρησκεία προέρχεται από την Ορφική μυσταγωγία. Πρώτα ο Πυθαγόρας εδιδάχθη από τον Αγλαόφημο τα μυστήρια των Θεών, και δεύτερος ο Πλάτων αντελήφθη την ολοκληρωμένη σχετικώς με αυτά γνώση από τα Πυθαγόρεια και Ορφικά γραπτά» .
O Ορφισμός πρεσβεύει ένα είδος πανθεϊστικού μονοθεϊσμού, μιλά για διττή ουσία του ανθρώπου, Θεία και τιτανική, θεωρεί το σώμα ως τάφο της ψυχής, δέχεται την μετεμψύχωση, εισάγει τους καθαρμούς, την νηστεία και την αποχή από το κρέας, εκεί που πριν υπήρχε η Διονυσιακή «ωμοφαγία». Ποίος όμως ήταν ο Ορφέας;
Ο Ορφέας σύμφωνα με την μυθολογία έζησε πριν τον Τρωικό πόλεμο (ο οποίος έγινε με τις πιο συντηρητικές εκτιμήσεις γύρω στο 1500 π.χ). Πατέρας του ήταν ο Οίαγρος βασιλέας της Θράκης, και μητέρα του η Μούσα Καλλιόπη. Η συμμετοχή του στην Αργοναυτική Εκστρατεία και η κατάβασή του στον Άδη με σκοπό να επαναφέρει στον πάνω Κόσμο την Ευρυδίκη, αποτελούν τα σημαντικότερα στοιχεία της μυθικής ζωής του.
Η δύναμη της μουσικής και της φωνής του ήταν τέτοια, που μπορούσε να κατευνάσει την οργή των κυμάτων, να υπερισχύσει του τραγουδιού των σειρήνων, να αδρανοποιήσει τον δράκο φύλακα του χρυσόμαλλου δέρατος, να μαγεύει τον κέρβερο έως και τον Πλούτωνα κατά την κάθοδό του στον Άδη.
Στον αντίστοιχο μύθο, ο Πλούτωνας ο βασιλιάς του Κάτω Κόσμου δέχτηκε να ελευθερώσει την αγαπημένη του Ευρυδίκη, με τον όρο εκείνη να μην μιλήσει στον Ορφέα, και εκείνος να μην την κοιτάξει έως ότου βγουν στο φως του Ήλιου. Ο Ορφέας όμως αδημονώντας να την αντικρίσει, στράφηκε λίγο πριν φτάσουν στην «έξοδο» και η σκιά της Ευρυδίκης επέστρεψε στον κόσμο των νεκρών. Ο Ορφέας περιπλανιόταν για 7 ημέρες δίχως τροφή θρηνώντας για τον δεύτερο χαμό της γυναίκας του. Από τότε έγινε αδιάφορος προς τις γυναίκες και ταπείνωνε όσες τον πλησιάζανε. Μερικοί λένε πως μη αντέχοντας τον πόνο, αυτοκτόνησε. Άλλοι λένε πως ο Διόνυσος τον τιμώρησε επειδή περιφρονούσε τα μυστήριά του και έστειλε τις Βάκχες του να διασπάσουν τα μέλη του και να τα πετάξουν μακριά. Οι Μούσες τότε μάζεψαν τα μέλη του και τα έθαψαν στα Λείβδηθρα, ενώ το κεφάλι του που το έριξαν στον Έβρο κατέληξε στη Λέσβο. Άλλοι λένε πως ο Ορφέας θανατώθηκε από τις γυναίκες της Θράκης που τον εκδικήθηκαν επειδή τις απέκλεισε από τα Μυστήριά του.
Ο Ορφέας ήταν μουσικός, «προφήτης», «δάσκαλος» που έφερε μαζί του μία νέα θρησκεία επιθυμώντας να αναμορφώσει την παλιά. Είναι η πρώτη φορά που στην Ιστορία της Ελληνικής Θρησκείας που συναντούμε τον ιδρυτή μιας Θρησκείας, ο οποίος είναι άνθρωπος αλλά συγχρόνως μυθικός ήρωας, ο οποίος πεθαίνει ως μάρτυρας της πίστης του.
Γνωρίζουμε ότι ο Ορφέας αναδιοργάνωσε και αναμόρφωσε τις τελετές του Βάκχου, σε ποιο βαθμό όμως αναδιοργάνωσε μια θρησκεία ή αναπλάστηκε ο ίδιος ποτέ δεν θα το γνωρίσουμε πλήρως.
Το ερώτημα που τίθεται λοιπόν είναι ο Ορφισμός υπήρξε η εξέλιξη της Διονυσιακής λατρείας ή ο Ορφισμός χρησιμοποίησε ως «όχημα» και μετασχημάτισε την διονυσιακή λατρεία.
Το σίγουρο είναι ότι ο Ορφισμός και οι ορφικές τελετές είχαν έρθει στην Αθήνα πριν την κλασσική περίοδο. Ο ανώνυμος συγγραφέας του έργου «φιλοσοφούμενα» μας λέει ότι οι «βακχικές τελετές του Ορφέα» είχαν εδραιωθεί και δοθεί στους ανθρώπους της Φλύας στην Αττική πριν την καθιέρωση των «Ελευσίνιων τελετών μύησης».
Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ο Ορφέας τροποποίησε οργάνωσε και αναδιαμόρφωσε τις βακχικές τελετές.
Σε αυτό το σημείο δεν θα μπορούσαμε να μην εντοπίσουμε τις ομοιότητες που μοιράζονται ο Διόνυσος και ο Ορφέας με τον Ιησού Χριστό, εάν και είναι γνωστές. Είναι οι « ποιμένες» και «σωτήρες» που αναμορφώνουν τις θρησκείες.
Σε όλη του η ζωή παρουσιάζεται να φέρει την τάξη και την ευπρέπεια σε ένα οργιαστικό και θορυβώδες τυπικό. Ο Ορφέας γενικά πιστεύεται ότι ήρθε από την Θράκη, αλλά ίσως και να ήρθε από τον νότο, και συγκεκριμένα από την Κρήτη. Ο Διόδωρος μάλιστα λέει ότι ο Ορφέας πήγε στην Αίγυπτο για να μάθει τις τελετές και την θεολογία του.
Το πιο πιθανό είναι να υπήρχαν πολλοί με το όνομα Ορφέας, τα ίχνη όμως του πρώτου μεγάλου διδασκάλου Ορφέα χάνονται στα βάθη της προ - ιστορίας. Σύμφωνα με τον Διόδωρο τον Σικελιώτη, ο Διόνυσος προηγείται του Ορφέα:
«Ο Χάροψ παππούς του Ορφέα , βοήθησε το Θεό και ο Διόνυσος σε ένδειξη ευγνωμοσύνης του δίδαξε τα όργια των τελετών του. Ο Χάροψ τα μετάδωσε στον γιο του Οίαγρο και ο Οίαγρος στον Ορφέα. Ο Ορφέας όντας εκ φύσεως χαρισματικός και περισσότερο εκπαιδευμένος από τον κάθε ένα, έκανε πολλές τροποποιήσεις στις οργιαστικές τελετές για αυτό ονομάζουν τις τελετές που προήλθαν από τον Διόνυσο Ορφικές»,
Ο Ηράκλειτος επίσης λέει για τον Ορφέα: « Ρύθμισε την θρησκεία του Διονύσου στην Θράκη στο όρος Αίμος όπου λένε ότι υπάρχουν κάποια γραπτά σε πινακίδες του».
Ο Απολλόδωρος όμως δηλώνει ότι ο Ορφέας: «επινόησε τα μυστήρια του Διονύσου…».
Ο Κόνων την εποχή του αυτοκράτορα Αυγούστου αναφέρει:
«Κοντά στο Διόν είναι ένα χωρίο που ονομάζεται Πίμπλεια, όπου έζησε ο Ορφέας. Ο Ορφέας ήταν από την φυλή των Κικόνων, και ήταν άνθρωπος με μαγικές δυνάμεις όσον αφορά την μουσική και την μαντεία. Περιφερόταν τελώντας οργιαστικές τελετές, και αργότερα γεμάτος αυτοπεποίθηση απόκτησε πολλούς ακολούθους και μεγάλη επιρροή. Μερικοί τον δέχτηκαν οικειοθελώς άλλοι υποψιαζόμενοι ότι ετοιμάζει αναταραχές και συνομωσία του επιτέθηκαν και τον έσφαξαν».
Σύμφωνα με τον Αριστοφάνη: «Ο Ορφέας μας δίδαξε τα μυστήρια, και πώς να λείψουμε από τον φόνο και γητειές για τις αρρώστιες και μαντολογήματα». Τέλος ο Ερατοσθένης υποστηρίζει:
« Ο Ορφέας δεν τιμούσε τον Διόνυσο αλλά θεωρούσε τον Ήλιο ως μεγαλύτερο των Θεών, τον οποίο ονόμαζε επίσης Απόλλωνα. Και ξυπνώντας νωρίς το πρωί ανέβαινε στο βουνό που ονόμαζε Παγγαίο και περίμενε την ανατολή του Ήλιου για να δει την πρώτη του αχτίδα. Για τούτο ο Διόνυσος εξοργίστηκε και έστειλε εναντίον του τις Βασσαρίδες του, όπως λέει ο ποιητής Αισχύλος. Και τον κατακρεούργησαν και τον διαμέλισαν».
Έχουμε λοιπόν αντιφατικά στοιχεία. Σε κάθε περίπτωση η αρχαία παράδοση σε πολλές περιπτώσεις ήθελε τον Ορφέα «εχθρό» του Διονύσου, και θύμα των πιστών του Θεού. Αντικειμενικά υπάρχουν βασικές διαφορές μεταξύ του Ορφέα και του Διόνυσου.
Ο Ορφέας ποτέ δεν παίζει τον αυλό που επιφέρει την μανία ούτε χτυπά εκκωφαντικά τα κύμβαλα, στον αντίποδα ο Διόνυσος είναι ο Θεός της μέθης της έκστασης και του θορύβου.
Το μεγάλο βήμα του Ορφέα είναι ότι διατηρώντας την βακχική πίστη πως άνθρωπος μπορεί να φτάσει «μέθεξη», στην «θέωση» κάτι που πριν αποτελούσε ύβρη, άλλαξε την αντίληψη του τι είναι Θεός, και επεδίωξε να αποκτήσει αυτή την Θεότητα με εντελώς διαφορετικά μέσα. Για τον Ορφισμό ο Θεός κατοικεί στα βάθη του είναι μας, κρυμμένος στην ύλη και καθήκον μας είναι να τον απελευθερώσουμε από τα δεσμά των Τιτάνων.
Η «θέωση» που αναζητούσαν στο εξής δεν ήταν σωματική μέθη αλλά πνευματική έκσταση, και τα μέσα που υιοθέτησαν δεν ήταν η οινοποσία, αλλά αποχή και τελετές καθαρμού. Έως τότε αποτελούσε ύβρη ο άνθρωπος να θέλει να γίνει Θεός, ενώ οι ανθρωπινές σύμφορες από την άλλη πιστεύονταν ότι οφείλονταν στις χθόνιες δυνάμεις των νεκρών ή των ηρώων και ο εξαγνισμός γινόταν με αιματηρές θυσίες. Μερικοί υποστηρίζουν πως η σπουδαιότερη συμβολή του Διονύσου στην θρησκεία της αρχαίας Ελλάδος, ήταν η ελπίδα που έφερε για αθανασία, κάτι που οφείλετε στους Ορφικούς οι οποίοι αναμφίβολα πίστευαν στην μελλοντική ζωή.
Η επίδραση του Ορφισμού ήταν καταλυτική καθώς εισήγαγε στον Ελληνικό κόσμο το στοιχείο του μυστικισμού και του δυϊσμού ψυχής-σώματος, του πνεύματος και ύλή, όπως αποκαλύπτει και η χρυσή πλάκα του Ιππωνίου αναφερόμενη στην καταγωγή της ψυχής: «Είμαι παιδί της Γης και του Έναστρου Ουρανού»...Πριν τους Ορφικούς και σύμφωνα με την Ομηρική άποψη η ψυχή ήταν μια σκιά που εγκατέλειπε τον νεκρό τη στιγμή του θανάτου για να οδηγηθεί στο Βασίλειο του Άδη. Οι Ορφικοί υποστήριζαν ότι η ψυχή είναι αυτό που υποκινεί τον άνθρωπο, η αρχή όλων, ενώ ο σώμα η φυλακή της ψυχής, κάτι που πέρασε και στον Χριστιανισμό. Πίστευαν ότι η ψυχή είναι θεϊκή και ενσαρκώνεται λόγω ενός προγενέστερου αμαρτήματος της. Έτσι υπάρχοντας στο σώμα εκτός το ότι φυλακίζετε, λυτρώνετε κιόλας μέσα από τον κύκλο της επαναλαμβανόμενης μετενσάρκωσης. Οι Ορφικοί πρώτοι πίστεψαν πως όχι μόνο είναι δυνατή η επιστροφή του νεκρού στον επίγειο κόσμο (μετενσάρκωση), αλλά ότι μπορεί κάποιος να βγει από τον αιώνιο κύκλο των συνεχόμενων μετενσαρκώσεων. Στην Ολβία του Ε. Πόντου, ανακαλύφθηκαν οστέινες πλάκες, του 5ου π.χ αιώνα, με τις λέξεις : ΒΙΟΣ - ΘΑΝΑΤΟΣ – ΒΙΟΣ.
Οι μυστηριακές τελετές του Ορφισμού διακρίνονταν σε δύο επίπεδα, στον εξαγνισμό και στην μύηση, και διαδραματίζονταν την νύκτα συμβολίζοντας την μετάβαση από το σκότος της άγνοιας στο φως της αλήθειας.
Δια μέσου της μύησης στα Ορφικά Μυστήρια αποκαλύπτονταν στον άνθρωπο οι αρχετυπικές αλήθειες, έχοντας ως αρωγό τον Θεό Διόνυσο πού ήταν ο λυτρωτής της ανθρώπινης ψυχής, που την οδηγούσε στην αθανασία του ουρανού.
Οι Ορφικοί συγκεντρώνονταν είτε σε οικίες, είτε σε φυσικά σπήλαια για να ψάλουν ύμνους και να γνωρίσουν την διδασκαλία του Ορφέα, υπό το φως του ιερού πυρ που δεν έσβηνε πότε. Η επίδραση του Ορφισμού επηρέασε τόσο πολύ τον Πυθαγόρα, ώστε την εποχή του Πεισιστράτου ήταν πολύ δύσκολο να ξεχωρίσουν τα γνήσια Ορφικά από τα Πυθαγόρεια μυστήρια. Ο Ορφισμός επέδρασε καταλυτικά στην Ελληνική φιλοσοφία για δυο λόγους:
Σύμφωνα με τον Ορφισμό ο Θεός κατοικεί στα βάθη του αυτού μας, κρυμμένος στην ύλη. Ο Διονυσιακός άνθρωπος μπορεί εξ ιδίων να απελευθερωθεί από τα Τιτανικά δεσμά του και να σωθεί. Η Θεϊκή προέλευση της ψυχής ενοποιεί όλους τους ανθρώπους και τους φέρνει σε απευθείας ένωση με την Θεια ουσία.
Σύμφωνα με την Ορφική θεογονία αρχικά στο Σύμπαν υπήρχε η συνεχής ροή του Χρόνου από την οποία προήλθαν οι δύο Κοσμογονικές Ουσίες: Ύδωρ και Γη, Αιθήρ και Χάος. Διάμεσο του Φάνη Έρωτα δημιουργήθηκε το Ορφικό Ωόν, από όπου προήλθε το σύμπαν. (Στους Ορφικούς Φάνης ονομάζεται ο πρώτος Διόνυσος, ο Ζαγρέυς που διαμελίστηκε από τους Τιτάνες δεύτερος Διόνυσος, ενώ ο τρίτος Διόνυσος είναι ο αναστημένος από τον Δια).
Σχετικά με το Ορφικό αυγό ο Πρόκλος γράφει (Πλάτων Τίμαιος):
«Όπως το ωόν περιελάμβανε την σπερματική αιτία του ζώου, έτσι και ο κρυφός διάκοσμος περιέχει κάθε τι το νοητό. Και όπως το ζώον έχει διαιρεμένα όσα ευρίσκοντο σαν σπέρματα στο ωόν, έτσι και ο Θεός προάγει σε εμφάνιση το άρρητον και ακατάληπτον των πρώτων αιτίων. Για τούτο ο Φάνης δοξάζεται ως θήλυς και δημιουργός».
και ο Κλήμης:
«Μέσα στην περιφέρεια του Ωού διαμορθώθηκε ένα αρρενόθηλυ ζωντανό ον, με πρόνοια του ενυπάρχοντος μέσα θεϊκού πνεύματος, το οποίο ο Ορφέας το αποκαλεί Φάνητα, διότι όταν φάνηκε, από αυτόν έλαμψε το παν, με το φέγγος του διαπρεπέστερου στοιχείου, του πυρός, εκπληρούμενο μέσα στο υγρό στοιχείο»
Το Ύδωρ ή Αιθέρας Έν, αποτελεί την πρώτη Κοσμογονική Ουσία, ή Ενεργητική Αρχή, η «Συνεχής Ουσία». Η Γη ή Χάος ή Πάσχον ή Αόριστος Δυάς ή Έτερον ή Άπειρον των Πυθαγορείων, το οποίο βρίσκεται σε κατάσταση αμορφίας, αταξίας, αρρυθμίας, συγχύσεως, ταραχής, αποτελεί την«Μεριστή Ουσία» η οποία έχει την ιδιότητα της κίνησης και της ζωής και διακόπτει το συνεχές της συνεχούς ουσίας. Το Έ ν και η Δυάς είναι οι δύο πρώτες κοσμογονικές ουσίες, οι οποίες συνιστούν όλη την δημιουργία. Από αυτές και διάμεσο της ενέργειας του Φάνη-Ερωτά που προκαλεί την επαφή και μίξη των στοιχείων αρχίζει η πορεία του κόσμου. Ο κόσμος γίνεται αντιληπτός ως Ένας που πολλαπλασιάζεται εσωτερικά με τη δημιουργία των διαφόρων μορφών ζωής. Τόσο οι Θεοί, όσο και οι άνθρωποι θεωρούνται δημιουργήματα του Κόσμου, στον οποίο μετέχουν και υπάγονται στους νόμους που διέπουν τη δομή και λειτουργία του. Οι Θεοί και οι Θεές θεωρούνται θεματοφύλακες αυτών των νόμων, χωρίς όμως να εκφεύγουν αυτών.
Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2008
Αποκαλύφθηκε ενετικό μνημείο στη Λευκωσία
Το σημείο, που εντοπίστηκε ο Προμαχώνας Ντ'Αβίλα, είναι σε πολύ μικρό βάθος από την επιφάνεια του δρόμου, ακριβώς κάτω από τον υφιστάμενο του προμαχώνα, όπου είναι κτισμένο το Δημαρχείο Λευκωσίας και ο οποίος κτίστηκε επί αγγλοκρατίας.
Ο διευθυντής του Τμήματος Αρχαιοτήτων Παύλος Φλουρέντζος, δήλωσε στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος» ότι με τα νέα δεδομένα, που φέρνει στο φως η ανασκαφή, θα πρέπει να αλλάξουν ή να προσαρμοστούν τα κατασκευαστικά σχέδια για την ανάπλαση της Πλατείας της Κυπριακής πρωτεύουσας.
Το γεγονός ότι το τμήμα του προμαχώνα, που εντοπίστηκε, να είναι σε πολύ καλή κατάσταση, υπογράμμισε και η δήμαρχος Λευκωσίας Ελένη Μαύρου.
Τελικές οδηγίες προς τους αρχιτέκτονες για την ανάπλαση της Πλατείας, είπε, θα δοθούν, όταν το Τμήμα Αρχαιοτήτων ολοκληρώσει την ανασκαφή, αφού ίσως, χρειαστεί να γίνει ανασχεδιασμός της Πλατείας.
Διευκρίνισε ότι είναι πολύ σημαντικά τα όσα αναμένεται να φέρει στην επιφάνεια η αρχαιολογική σκαπάνη, καθώς τα ευρήματα θα απαντήσουν σε πολλά ερωτήματα : Ποια η σχέση του υφιστάμενου προμαχώνα, που έκτισαν οι Άγγλοι, με τον ενετικό, Τι φθορές υπέστη όλα αυτά τα χρόνια και σε τι κατάσταση βρίσκεται σήμερα.
Την ερχόμενη βδομάδα η ανασκαφή θα συνεχιστεί, όχι πλέον με μηχανήματα, αλλά με το χέρι. Η ανασκαφή αναμένεται να ολοκληρωθεί, με τις πιο ευνοϊκές συνθήκες, τέλος του χρόνου, αν και σε μια τέτοια εργασία, σύμφωνα με τον κ. Φλουρέντζο, τα πράγματα είναι απρόβλεπτα. Μπορεί για παράδειγμα, να εντοπιστούν σκελετοί ή αντικείμενα που θα καθυστερήσουν την εργασία.
Από το 1192, που άρχισε η περίοδος της Φραγκοκρατίας και κράτησε ως το 1489, η Λευκωσία ήταν η πρωτεύουσα του μεσαιωνικού βασιλείου της Κύπρου, έδρα των Λουζινιάν βασιλέων του νησιού, της Λατινικής Εκκλησίας και της φράγκικης διοίκησης. Κτίσθηκαν τότε τα τείχη της πόλης, όπως και πολλά ανάκτορα και άλλα οικοδομήματα, μεταξύ των οποίων ο σωζόμενος και σήμερα μεγάλος γοτθικός καθεδρικός ναός της Αγίας Σοφίας, που βρίσκεται στο κατεχόμενο τμήμα της πρωτεύουσας και έχει μετατραπεί σε τέμενος.
Το 1489 η Κύπρος καταλήφθηκε από τη Βενετία και η Λευκωσία εξακολούθησε να είναι η πρωτεύουσα. Το 1567 οι Βενετοί έκτισαν τις νέες οχυρώσεις της Λευκωσίας, αυτές που σώζονται ως σήμερα. Τα τείχη μήκους 4,5 χλμ. σχεδίασε ο Τζούλιο Σαβορνιάνο και θεωρούνται πρότυπο αναγεννησιακής οχυρωματικής αρχιτεκτονικής. Έχουν έντεκα προμαχώνες με σχήμα καρδιάς και έτσι ήταν εύκολος ο έλεγχος από τους υπερασπιστές της πόλης. Τα τείχη έχουν τρεις πύλες, την πύλη της Πάφου, της Κερύνειας και την πύλη της Αμμοχώστου που ήταν και η πιο μεγάλη από τις τρεις και που ονομάστηκε Πύλη Τζουλιάνα προς τιμήν, του αρχιτέκτονα.
Tα ενετικά Tείχη έχουν ανακηρυχθεί από την OYNEΣKO μνημείο παγκόσμιας αρχαιολογικής και αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.
Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2008
Θεσσαλονίκη: Θησαυροί ελληνιστικών χρόνων στα εργοτάξια του μετρό

Συγκεκριμένα στον σταθμό του «Νέου Σιδηροδρομικού Σταθμού» όπου ολοκληρώθηκαν οι ανασκαφές ερευνήθηκαν ενενήντα τέσσερις τάφοι που ήταν πλούσιοι σε ταφικά μνημεία, πενήντα οκτώ που ήταν κτερισμένοι με πήλινα και γυάλινα αγγεία, χάλκινα νομίσματα, χρυσά και χάλκινα κοσμήματα, χρυσές δανάκες, οστέινα και μεταλλικά αντικείμενα. Το τμήμα αυτό του δυτικού νεκροταφείου καλύπτει χρονολογικά μια μεγάλη περίοδο από την ελληνιστική εποχή έως τους ύστερους ρωμαϊκούς χρόνους.
Η ανασκαφική έρευνα στο σταθμό «Συντριβανίου» έφερε στο φως τάφους από το ανατολικό νεκροταφείο της αρχαίας πόλης που χρονολογούνται από την ελληνιστική εποχή έως και τα υστερορωμαϊκά χρόνια. 1028 τάφοι με πλούσια κτερίσματα ανακαλύφθηκαν το καλοκαίρι στο χώρο που εκτείνεται στα νότια της κεντρικής βιβλιοθήκης του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Η πλειονότητα των τάφων χρονολογείται στους ρωμαϊκούς χρόνους, ενώ τριάντα πέντε εντάσσονται στην ελληνιστική περίοδο. Ανάμεσα στους ελληνιστικούς τάφους καταγράφηκε και ένας λακκοειδής τάφος που μέσα σε ξύλινο φέρετρο περιείχε τέσσερα χρυσά στεφάνια από φύλλα ελιάς, κοσμήματα, νομίσματα και αγγεία.
Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2008
ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
Οι ανδρικές ταφές: Στις ανδρικές ταφές κυριαρχεί η σιδηροφορία, γνωστή επίσης κατά το ίδιο χρονικό διάστημα στους Ηπειρώτες και στους Θεσσαλούς. Οι διαφοροποιήσεις στον αριθμό των όπλων, αλλά και των υπολοίπων κτερισμάτων, κατατάσσουν τις ένοπλες ταφές σε διάφορες κατηγορίες ανάλογα με τους θησαυρούς που έφεραν μαζί τους-και τη στολή την οποία φορούσαν οι πολεμιστές.


